Χέλμουτ Κώλ

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Μετά το καλά.

Νάμπου κάμνουμε? Είμαστε καλά?
Καλά καλά εσύ?
Ούλλα καλά. Η δουλειά η οικογένεια καλά?
Καλά Καλά, Εσύ?
Καλά τα ίδια. Έτο ….

Κάθομαι με έναν άνθρωπο θρήσκο δίπλα μου.
Εν τω ξέρει ότι γράφω για λλόου του. Λαλεί μου για τη ζωή του τζιε καθαρίζει πορτοκάλια.
«Μετά την εισβολή επήα στην Ελλάδα, σε ένα χωρκό έξω που την Αθήνα."

Ναί.
"Εν τω χωρκό μου. Οί το πρώτο ή το δεύτερο εν το χωρκό μου.»
Ναί.
«Εβοήθησε με ο Θεός τζιε ήβρα ανθρώπους να με βοηθήσουν. Ήβρα τζιε την γενέκα μου.»
Ναι.
«Πάω περπάτημα 5-10 χιλιόμετρα καθημερινά. Χαλαρά με την γενέκα. Σιγά σιγά.Ώσπου σώννω.Δοξα σοί.»
Ναι.
«Θέλεις πορτοκάλι?»
Όι είμαι εντάξει.
«Εν που το χωρκό μου. Έχω ένα περβολούι τζιε σάζω το.»
Εν καλά. Ποσκόλιο.
«Ναι ναι. Εδούλευκα σε αποθήκη, μετά σε εργοστάσιο, μετά σε συντεχνία.»
Τηλέφωνο που τη γενέκα «Μνημόσυνο? Ναι θυμούμαι. Εν τζιε η γιορτή, εντάξει».
«Εσύ Χέλμουτ εκκλησιάζεσαι».
Όι, εν θέλω να πηέννω.
«Εν καλά, να πηένεις. Οί πολλά πράματα, αλλά εν καλά να πηέννεις. Έτρωα πολλή ξύλο που τη μάνα μου που ήμουν μιτσής αν της ελάλουν εν θέλω να πάω. Πάω ακούω τη λειτουργία, κάμνω μια ευχή τζιε φέφκω.Τζιε βοηθά.»
Ναι.Όπως αγαπά ο καθένας.
«Ναι εν αγάπη».

Στέκουμε δίπλα που ένα μιτσή. Εν τζιε μιτσής, εν λλίο πιο μιτσής μου αλλά φατσάρει μου μιτσής.
Εν τω ξέρει ότι γράφω για λλόου του. Λαλεί μου για τη ζωή του τζιε πίννει τεκκίλα.
«Έμεινε μας η εταιρεία με τον αρφό μου μετά που επέθανε ο τζιύρης μου».
Πάτε καλά.
«Μια φάουσα χρέη. Ως τζιε το ενοίκιο εν κρατούμε να πιερώσουμε. Αλλά εν με κόφτει, περνούμε καλά.»
Ναι.Δηλαδή?
«Τρώμε πίνουμε, πκιερώνουμε μισθούς, ως πάρατζιει.»
Ναι, εν καλά.
«Ντάξει ρε κάτι μπόρουμε να κόψουμε αλλά εν μας κόφτει, άτε εις υγεία»
Εις υγίεια.
«Ας πούμε τρώω καμιά πεντακοσιά που μπόρω να κόψω αλλά εν με κόφτει.»
Ναι, εν καλά.
«Πάω ποτζιεί στες κορούες.»


Κουμπώ πας τον τοίχο δίπλα που ένα μεσήλικα. Έσιει μια ευαισθησία μες τα μμάθκια του τζιε μια περίεργη μούττη.
Εν τω ξέρει ότι γράφω για λλόου του. Λαλεί μου για τη ζωή του με καφέ τζιε τσιάρο.
«Εξαναείδες γύπα?».
Σε ντοκιμαντέρ.
«Εμάς είσιε στο χωρκό μας. Πας τη βουνοκορφή εθώρες τες φωλιές του.»
Ναι.
«Που μακριά εφένετουν σανννα τζιε ήταν πλάσμα.Άμαν επέτασσε κανένας χωρκανός κανά γάρο που εψόφησε ή καμμιά κατσέλα εσυνάουνταν. Εμαύριζε ο ουρανός άμα εκοντέφκαν.»
Ναι.
«Άσιημο χτηνό αλλά εντυπωσιακό. Εν επείραζε κανένα. Κάποιοι χωρκανοί επιάνναν τους τζιε εφκάλλαν τους λλία φτερά για ενθύμιο. Είχα τζιε εγώ φτερά αλλά έπιανα τα που χαμέ.»
Ναι.
«Αρέσκαν μου πολλά. Μεγαλοπρεπές θέαμα. Επίεννα τζιε εστέκουμουν δίπλα τους. Ήμουν πεντέμιση χρονών κοπελλούι τζιε ήταν θεώρατοι στα μμάθκια μου.»
Μιτσής α.
«Ήμουν πεντέμιση χρονών τζιε εθώρουν το δάσος της Καντάρας που έκρουζε. Εφτομάδες ολόκληρες έκρουζε. Εγύρεφκα τους γύπες αλλά εξαφανιστήκαν που τζιερό.»

Κάθομαι με έναν άνθρωπο μέσα μου.
Ξέρει ότι γράφω για λλόου του. Εν μου λαλεί για τη ζωή του γιατί ξέρω την.
Νιώθω τη σκόνη που κάθεται μες τους πνεύμονες του. Νιώθω τον πνιμένο βήχα του.
«Τσιάρο, Ποτό τζιε καφέ. Έτσι μου είπε. Καλάν εξανακούσαμε τα τούτα. Τζιε ύστερα νάμπον να κάμνουμε ρε λεβέντη? Γυμναστικές τζιε διατροφές τζιε μαλακίες? Να φκάλουμε τες τοξίνες που το κορμί μας?»
«Εν καλά ρε εν υγίεια.»
«Ναμπού λαλείς ρε? Αν γινεί τουτό πράμα εσύ εννά πεινάσεις.»
«Μια χαρά εννά είμαι. Εννά είμαι δαμέ δυνατός δίπλα σου.»
«Παρεκτρέπεσαι. Δυνατός εννά είμαι εγώ. Εσύ που εν θα έσιεις μαυρίλα να τρώεις εννά γινείς μισκίνης. Τζιε μια καλή μέρα, κλωτσία τζιε έξω της πόρτας.»
«Χα! Ρε μιτσή τζιε ύστερα ποιος εννά ζιεί μες τους λούκκους της ψυσιής σου? Ποιος εννά σε κρατεί που το σιέρι να φκείς που μες τες σκοτεινές σπηλιές που έφκαλλες τόσο τζιερό?»
«Τες σπηλιές εφώτισα τες σχεδόν ούλλες εν θέλω κανένα να μου δείχνει τη στράτα, βρίσκω την.»
«Πάλε εγελάσαν σου. ΕΓΩ κρατώ το Φως αφτούμενου. ΕΓΩ είμαι η φωθκιά που τρέμει. ΕΓΩ είμαι η σπίθα που ανάφκει μες τα μμάθκια σου. ΕΓΩ είμαι το ζαβό σου δόντι. ΕΓΩ είμαι η άκρια πας τα σιείλη σου. ΕΓΩ είμαι η σγουράδα μες το γένι σου. Εν εμένα που μου αννοιούν την ψυσιή τους, εσύ λαλείς μόνο Ναι».
  Φκέννω έξω, μετρώ τα τσιάρα μου. Τρία. Δεκαεφτά τσιάρα σε 5 ώρες. Βαρυνίσκει η αναπνοή μου, βήχω. Νιώθω τη σκόνη να σηκώνεται, να ανακατώνεται τζιε μετά να κάθεται απαλά τζιε ειρηνικά, κολλώντας πας τους πνεύμονες μου.  Αννοίω τα σιέρκα τζιε περιμένω ένα αερούι να με κάμει σκόνη τζιε να με πάρει μαζί του.

Υστερόγραφο: Θκιαβάζω σας. Αλήθκεια θκιαβάζω σας ούλλους. Αλλά ο μπλόγκερ εν έσιει κουμπί Λαϊκ.

2 σχόλια:

  1. Ούλλοι έχουμε πολλούς ανθρώπους μέσα μας και που την άλλη μόνο το δικό μας, το μοναδικό με τα δικά του θέματα, με τις δικές του πληγές, με τις δικές του χαρές. Καμιά φορά άμαν περπατώ μέστο δρόμο και πιάνει με τζείνο το επίπεδο της μοναξιάς που εν πέραν από την σωματική μοναξιά και θωρώ ανθρώπους να περπατούν δίπλα μου σκέφτομαι άραγε σου τι κρύβει τούτος μέσα του? τι έπαθε? άμαν γελά γελά όντως?τι φουρτούνες έχει?? ενα θελα να μου στη θέση του?? Can i puti myself in their shoes???
    Kαι εμείς διαβάζουμε σε Κωλ. Πολλά λαίκ και σε σένα αν και ένα παράπονο , γράφε πιο συχνά ρε. Γράφεις λλίο και μετά χάννεσαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μες τα σκοτάθκια της ψυshής έshει τζιαι ένα μιτσή φωτούδι που άμα βρει μια χαραμαθκιά γλυστρά χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Τζείνον το φως να ακολουθείς... (Μεν σου αρκέψω για τα τσιάρα τζιαι τι κολλά πας τους πνεύμονες σου, γιατί έννεν τούτο το θέμα μας).

    Like στο κείμενο σου. Εν της Ψυshής που ψάχνει να πετάξει ελεύθερη.
    Άμα ψάχνει, εν να'βρει.
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή