Προχτές ήμουν γριππωμένος αθκιασερός τζιε είπα να πάω στον μπακκάλη. Όι σε ένα αλλά σε θκύο. Τούτην εν μια επιστολή στον κόσμο που είσιε τζιαμέ.
Μπακκάλης 1
Επιστολή 1.
Αγαπητή κυρία που κόφκεις τα τυρκά,
Αναγνωρίζω σου ότι έννεν η καλύττερη δουλειά να κάμνεις. Αναγνωρίζω σου ότι ήρτες σε μιαν άλλη κοινωνία που εν εσυνήθισες. Αναγνωρίζω σου ότι μπορεί να είσιες πολλή δουλειά πριν να έρτω τζιε μπορεί να είσαι κουρασμένη. Αναγνωρίζω σου ότι την κάθε ξιππασμένη που ενόμισε ότι: "άμαν έχτισες χωράφι μες τες αλουπότρυπες του Στροβόλου έμαθες τζιε την μοτσαρέλλα" έσιεις την πάστην κκελέ σου.
ΑΛΛΑ
Εν με θωρείς που είμαι έτσι νάκκον άρρωστος τζιε μυξιασμένος αλλά γελαστός,
νάκκον αρκόφατσα αλλά με καλή διάθεση,
νάκκον γενάς,αχτένιστος τζιε καταχάλης αλλά χότ
νάκκον δημμένο το βρύδι μου αλλά νάϊς τζιε υπομονετικός?
Ίντα με ζαοθωρείς τζιε αροθυμάς που σου λαλώ να μου βάλεις που τούτον της προσφοράς?
Ίντα γυρίζεις τζιε κόφκεις πριν να σου πω πόσο θέλω, τζιε κόφκεις μου τζιε πιο λλίο?
Επιστολή 2.
Αγαπητή κυρία
ψευτοπενηντάρα που ήρτες να ψουμνίσεις κοκέττα με την παντελονόβρακα, το οξυζενέ το μαλλί, τους κρίκους τους μεγάλους τζιε τους τάκκους όσο τζιε να τραβάς την βράκα πάνω,όσο τζιε να τρίφεις τον κώλο σου, όσην ώρα τζιε να στέκεσε ομπρός που τα αγγούρκα τζιε να τα περιεργάζεσαι με ύφος κατσέλλας
όι εν θα γυρίσω να σε δω λάγνα,
όι ούτε το παιδί που ζυγίσει τα φρούτα,
όι ούτε το παιδί που κατεβάζει τες κάσιες,
οί ούτε ο κασάπης.
Τζιε όι εν περνιέσε για ρωσσίδα γενέκα μεγιστάνα.
Μπακκάλης 2
Επιστολή 3.
Αγαπητή δεσποινίς που κάθεσε στο ταμείο,
Αναγνωρίζω σου ότι έννεν η καλύττερη δουλειά να κάμνεις. Αναγνωρίζω σου ότι ήρτες σε μιαν άλλη κοινωνία που εν εσυνήθισες. Αναγνωρίζω σου ότι μπορεί να είσιες πολλή δουλειά πριν να έρτω τζιε μπορεί να είσαι κουρασμένη. Αναγνωρίζω σου ότι την κάθε ξιππασμένη που ενόμισε ότι ότι: "εν ούλλα φτηνιάρικα δαμέσα, εγώ έρκουμε μόνο για το πολύσπορο ψωμί και τα κρουασανακια" τζιε ψουμνίζει το μισό μαγαζί
ΑΛΛΑ
Εν με θωρείς που είμαι έτσι νάκκον άρρωστος τζιε μυξιασμένος αλλά γελαστός,
νάκκον αρκόφατσα αλλά με καλή διάθεση,
νάκκον γενάς,αχτένιστος τζιε καταχάλης αλλά χότ
νάκκον δημμένο το βρύδι μου αλλά νάϊς τζιε υπομονετικός?
Ίντα φύρνεσε να τα χτυπήσεις ούλλα μάνι μάνι αφού 3 πλάσματα είμαστε σειρά τζιε εν έσιει άλλους μες το μαγαζί? Εν με το βούρος?
Επιστολή 4.
Αγαπητέ κύριε
ψευτοσαραντάρη, που πρέπει να κάμνεις μια πολλά σημαντική δουλειά για να ξιουρίζεσαι κάθε μέρα κόντρα, να φορείς φανέλα με γιακκά σιδερωμένη, τζιην σιδερωμένο, παπούτσι άνετο αλλά πολιτικό, το καπελλάκι σου φίτ πάνω σου, τα γυαλλάκια σου, την βέρα σου τζιε το ρολόι που σου έκαμε γαμήλιο δώρο η πεθερά σου, άμα νεκατώνεις τα φρούτα και τα λαχανικά εν τζιε να φκούν μαγικά που πάνω τα "καλά". Εν τζιε έρκεται κάποιος κύριος τζιε χώνει τα για να μεν τα έβρουμε.Ούτε είμαι παλαβός τζιε αχάπαρος εγώ που πιάνω που τα "πουπάνω". Ούτε άμα μυρίζεσε το μαρούλι εννά καταλαβέις αν εν φρέσκο. Ούτε άμα γεμώνεις ένα καρότσι ως πάνω γίνεσαι πιο καλός πελάτης που μένα. Ούτε άμα δείχνεις ότι είσαι μπίζι σημαίνει ότι κόφτει με. Ούτε άμα με θωρείς υποτιμητικά νιώθω τζιε υποτιμητικά. Μοιάζουμε ρε, τζιε μένα γυρίζουν τα άντερα μου άμα θωρώ πλάσματα σαν εσένα.
Μπακκάλης 1
Επιστολή 1.
Αγαπητή κυρία που κόφκεις τα τυρκά,
Αναγνωρίζω σου ότι έννεν η καλύττερη δουλειά να κάμνεις. Αναγνωρίζω σου ότι ήρτες σε μιαν άλλη κοινωνία που εν εσυνήθισες. Αναγνωρίζω σου ότι μπορεί να είσιες πολλή δουλειά πριν να έρτω τζιε μπορεί να είσαι κουρασμένη. Αναγνωρίζω σου ότι την κάθε ξιππασμένη που ενόμισε ότι: "άμαν έχτισες χωράφι μες τες αλουπότρυπες του Στροβόλου έμαθες τζιε την μοτσαρέλλα" έσιεις την πάστην κκελέ σου.
ΑΛΛΑ
Εν με θωρείς που είμαι έτσι νάκκον άρρωστος τζιε μυξιασμένος αλλά γελαστός,
νάκκον αρκόφατσα αλλά με καλή διάθεση,
νάκκον γενάς,αχτένιστος τζιε καταχάλης αλλά χότ
νάκκον δημμένο το βρύδι μου αλλά νάϊς τζιε υπομονετικός?
Ίντα με ζαοθωρείς τζιε αροθυμάς που σου λαλώ να μου βάλεις που τούτον της προσφοράς?
Ίντα γυρίζεις τζιε κόφκεις πριν να σου πω πόσο θέλω, τζιε κόφκεις μου τζιε πιο λλίο?
Επιστολή 2.
Αγαπητή κυρία
ψευτοπενηντάρα που ήρτες να ψουμνίσεις κοκέττα με την παντελονόβρακα, το οξυζενέ το μαλλί, τους κρίκους τους μεγάλους τζιε τους τάκκους όσο τζιε να τραβάς την βράκα πάνω,όσο τζιε να τρίφεις τον κώλο σου, όσην ώρα τζιε να στέκεσε ομπρός που τα αγγούρκα τζιε να τα περιεργάζεσαι με ύφος κατσέλλας
όι εν θα γυρίσω να σε δω λάγνα,
όι ούτε το παιδί που ζυγίσει τα φρούτα,
όι ούτε το παιδί που κατεβάζει τες κάσιες,
οί ούτε ο κασάπης.
Τζιε όι εν περνιέσε για ρωσσίδα γενέκα μεγιστάνα.
Μπακκάλης 2
Επιστολή 3.
Αγαπητή δεσποινίς που κάθεσε στο ταμείο,
Αναγνωρίζω σου ότι έννεν η καλύττερη δουλειά να κάμνεις. Αναγνωρίζω σου ότι ήρτες σε μιαν άλλη κοινωνία που εν εσυνήθισες. Αναγνωρίζω σου ότι μπορεί να είσιες πολλή δουλειά πριν να έρτω τζιε μπορεί να είσαι κουρασμένη. Αναγνωρίζω σου ότι την κάθε ξιππασμένη που ενόμισε ότι ότι: "εν ούλλα φτηνιάρικα δαμέσα, εγώ έρκουμε μόνο για το πολύσπορο ψωμί και τα κρουασανακια" τζιε ψουμνίζει το μισό μαγαζί
ΑΛΛΑ
Εν με θωρείς που είμαι έτσι νάκκον άρρωστος τζιε μυξιασμένος αλλά γελαστός,
νάκκον αρκόφατσα αλλά με καλή διάθεση,
νάκκον γενάς,αχτένιστος τζιε καταχάλης αλλά χότ
νάκκον δημμένο το βρύδι μου αλλά νάϊς τζιε υπομονετικός?
Ίντα φύρνεσε να τα χτυπήσεις ούλλα μάνι μάνι αφού 3 πλάσματα είμαστε σειρά τζιε εν έσιει άλλους μες το μαγαζί? Εν με το βούρος?
Επιστολή 4.
Αγαπητέ κύριε
ψευτοσαραντάρη, που πρέπει να κάμνεις μια πολλά σημαντική δουλειά για να ξιουρίζεσαι κάθε μέρα κόντρα, να φορείς φανέλα με γιακκά σιδερωμένη, τζιην σιδερωμένο, παπούτσι άνετο αλλά πολιτικό, το καπελλάκι σου φίτ πάνω σου, τα γυαλλάκια σου, την βέρα σου τζιε το ρολόι που σου έκαμε γαμήλιο δώρο η πεθερά σου, άμα νεκατώνεις τα φρούτα και τα λαχανικά εν τζιε να φκούν μαγικά που πάνω τα "καλά". Εν τζιε έρκεται κάποιος κύριος τζιε χώνει τα για να μεν τα έβρουμε.Ούτε είμαι παλαβός τζιε αχάπαρος εγώ που πιάνω που τα "πουπάνω". Ούτε άμα μυρίζεσε το μαρούλι εννά καταλαβέις αν εν φρέσκο. Ούτε άμα γεμώνεις ένα καρότσι ως πάνω γίνεσαι πιο καλός πελάτης που μένα. Ούτε άμα δείχνεις ότι είσαι μπίζι σημαίνει ότι κόφτει με. Ούτε άμα με θωρείς υποτιμητικά νιώθω τζιε υποτιμητικά. Μοιάζουμε ρε, τζιε μένα γυρίζουν τα άντερα μου άμα θωρώ πλάσματα σαν εσένα.