Χέλμουτ Κώλ

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Ξαπόλυμα

Είσχε του γυρισμένη ράσιη.
Τίνγκ, τίνγκ, τίνγκ.
Εφάκκαν η βέρα πας τα πορσελάνινα.Επλύννησκε τα πιάτα τζιε άκουε τον.
Ο μιτσικουρής της εμυάλινε τζιε έφκαλλεν τζιε λόον. Που τζιερός.

- Εβαρήθηκα τους ούλλους, εν τους αντέχω. Ο ένας φωνάζει κάμε έτσι, ο άλλος μουλωχτός καθίσκει σου την μόλις κλώσεις, οι άλλοι απειλούν σε να σε κουπανήσουν. Εννά κάμω έκρηξη.

Εχαμογέλασε περήφανα. Ευτυχώς που εν την εθώρε να πάρει πάνω του.
"Λεβέντης, άδρωπος εγίνηκεν, ανησυχά για τα γυρώ του, αποφασίζει μόνος του."

- Μεν αγχώννεσε γιέ μου κάμε υπομονή. Λλίος τζιερός έμεινε.

"Λλίος τζιερός τζιε εννά ανοίξεις τα φτερά σου τζιε εσού. Να πάεις να φάεις τον κόσμο, να νεκατώσεις μες τες πιο καλά χωσμένες χώστρες του, να βουτηχτείς με τα πιο βαθκιά νερά, να πκιείς που τες πιο απόκρημνες πηγές του, να δοκιμαστείς τζιε να δοκιμάσεις. Να ανοίξεις τα ρουθούνια σου τζιε να γεμώσεις το πλατύ σου θώρακα με ούλλες τες μυρωθκιές πέρκει μου χορτάσει το σκουλούτζι που σε τρώει, πέρκει μου έβρεις παμόν, πέρκει μου ησυχάσεις."

- Έννεν ο τζιερός μανά. Εν τα πλάσματα. Εν τους κάμνω ζάφτι.
- Εν τζιε τζιήνοι πλάσματα γιέ μου, όπως ούλλοι μας, υπομονή τζιε εννά έβρεις άλλα.

"Ησύχασε γιόκκα μου. Εμηάλινα σε ως δαμέ καρτέρα αλλό νάκκουριν. Εννά πάεις να τα δείς ούλλα τζιε μετά να ρτείς να μου τα πείς, να με πιάεις που το σιέρι να μου τα δείξεις όσα επιάν τα που λλόου μου τον τζιερό που ήταν τζιε μένα το γυρί μου."

- Πόσην υπομονή μανά, πόσην, επόνησα την κκελέ μου, εννά πεταχτούν τα μμάθκια μου πόξω.

Κλωτσά την πόρτα τζιε ππουνιαρίσκει τον τοίχο. Ακούει τα δαχτύλια του που τσακρούν που την δύναμη, ππέφτει της το ποτήρι.

- Είσαι καλά μανά? Εκόπηκες?
- Είμαι καλά γιέ μου εν έχω τίποτε, εσυντρομάχτηκα λλίο.

Εποστάθηκε.Εποστάθηκε να τον βουρά πουπίσω να τον συγκρατά. Το ηφαίστειο, την έκρηξη, την φωθκιά που ήσιε μες την τζοιλία του, που του έκρουζε τα βλαντζιά του έξερε την, τζιείνη τον εγέννησε. Έξερε τζιε πόθθεν επήρεν, ήσιε την φωθκιά τζιε τζιείνη. Έμαθε τζιε έλεγχε την δικήν της, με το έτσι θέλω έμαθεν, ήσιε πιο μιάλη φωθκία που πάνω της ξαπόλυτη. Τζιε κάθε μέρα επροσπάθαν να το μάθει τζιε του μιτσή. Να μεν την αφήνει ξαπόλυτη, να ξησιυλά τζιε να τους κρούζει ούλλους. Να την αφήνει μέσα να τον κρούζει τζιήνο τζιε να συνηθά. Να την φκάλλει με λόγια τζιε μορφασμούς όι με ξύλο. Αλλά τωρά εγίνην άδρωπος, εν τζιε τραφκιέτε πίσω.

- Μόλις τελειώσουν τούτα ούλλα εννά σηκωστώ να φύω μανά.
Εν απάντησε. Εκαρτέραν το.
- Να πάεις γιέ μου, να πνάσεις. 

" Να γλέπεις την φωθκιά σου γιέ μου όπως σου έμαθα, να μεν κρούζεις πλάσματα που εν πιο μιτσιά σου, να μεν κρούζεις πλάσματα που εννά σε κρούσουν πίσω. Βάρτο νου σου να δουλέψει να μάθεις οί να κάψεις, βάρτα σιέρκα σου να πιαστούν να κρεμμαλιστούν οί να δέρουν, βάρτα πόθκια σου να σε σηκώσουν πιο ψηλά όι να σε βουρούν να γλιτώσεις, βάρτην ράσιη σου ποκούμπι για τους αδύναμους όι αντρόσιη εις τα όνειρα σου".

- Εν θα πνάσω μανά.Εν θα ξανάρτω.
Ελούθην του κλαμάτου αλλά εν έφκαλε άχνα. Είσιε του γυρισμένη ράσιη αλλά εκατάλαβε το.
- Εν φεφκώ που λλόου σου μανά, φέφκω που τούντον τόπο. Εν με σηκώννει πιον.

Έπιαν την μες την αγκάλην του. Ένωσεν τα σιέρκα του που της εφατσιήσαν γυρόν. "Τούντο μιτσήν το σπορίν που εβάσταν με που το φουστάνι να περπατήσει, πότε εμηάλινεν έτσι."
Έβραζεν το στήθος του, έβραζεν η τζιοιλιά του. Αλλά η πυρά της εν την έκρουζε, ήταν καλωσόρισμα, ήταν θαλπωρή, ήταν καθυσήχασμαν. Είδεν τον μες τα μάθκια, μίαλα σαν τα δικά της, τζιε τζιαμέ εφένετουν η φωθκιά του, μιάλη, τεράστια αλλά χωρίς φόβον, με αγάπην. Εκατάλαβεν.

- Φύε, φύε να μεν σε θωρώ.
- Μανά κατάλαβε με, εν φεφκώ που λλόου σου.
- Φύε είπα σου τζιε να μεν ξανάρτεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου